Η καταστροφή του παλιού χωριού του Θολού
Το παλιό χωριό του Θολού
"Πριν διακόσια πενήντα χρόνια περίπου, μία συμμορία αγρίων Μπαρμπερίνων πειρατών που ελυμαίνοντον τότε τα νησιά του Αιγαίου απεβιβάσθησαν στην βορειοδυτική ακτήν της νήσου Ρόδου απέναντι στο χωρίον Θολός .Το χωρίον Θολός ήκμαζε τότε και είχε πάρει το όνομα από την ωραίαν εκκλησίαν του που ήταν αφιερωμένη στον Άγιον Ιωάννην τον Θεολόγο της οποίας τα ερείπια σώζονται ακόμη .
Είχαν αγκυροβολήσει οι άγριοι πειρατές τα μεσάνυχτα στα ανοιχτά του πελάγους χωρίς φώτα για να μην γίνουν αντιληπτοί και αφού μερικοί έμειναν μέσα στο πλοίον οι άλλοι βγήκαν με βάρκα στην παραλία κοντά στο χωριό.
Άρχισε να ροδίζη η αυγή και οι πειρατές με πολλές προφυλάξεις άρχισαν να βαδίζουν σκορπιστά προς το χωριόν Θεολόγος-Θολός που ήταν χτισμένο στην κορυφή ενός Λόφου δυτικά του σημερινού χωρίου. Έτυχε να είναι η εορτή της Αναλήψεως (Συναληψιού) και οι χωρικοί έτρεξαν στην εκκλησία με το πρώτο σήμαντρο για να ακούσουν την θεία λειτουργία με την διακρίνουσαν στους χωρικούς μας ευλάβειαν.
Άντρες γυναίκες, παιδιά είχαν μαζευτεί στην εκκλησιά τους και ήκουαν. Όταν ήλθε η ώρα να απαγγείλουν το
"Πιστεύω" πήγε απέναντι στο δεσποτικό ένα παιδάκι από κείνα που βοηθούσαν τον ψάλτη και άρχισεν να απαγγέλλη το σύμβολο της πίστεως ως εξής:
μας πλάκωσαν τα κάτεργα και όσοι το πιστέψετε πάνω στα βουνά να τρέξετε ..."
Οι θεοσεβούμενοι χωρικοί μόλις άκουσαν τα λόγια αυτά του παιδιού άρχισαν να το επιπλήττουν και να του υποδεικνύουν το λάθος του αλλά το παιδί από κάποιαν θεϊκήν δύναμην καθοδηγούμενον το επανέλαβε και δια δευτέρας φοράν
- "Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα πατήσαν μας τα κατέργα και όσοι το πεικάσετε τα βουνά να πιάσετε...."
Τα προφητικά αυτά λόγια φανέρωναν τον κίνδυνον που διέτρεχαν οι χωριανοί και όμως οι εκκλησιαζόμενοι δεν επρόσεξαν στο νόημα.
Δεν ήταν να τελειώση ακόμη τα τελευταία του λόγια το παιδί και έξαφνα εισώρμησαν στην εκκλησία καμμιά τριανταριά πειρατές ωπλισμένοι. Έκλεισαν τις πόρτες της εκκλησίας για να μη μπορεση να βγη κανένας χωρικός έξω και άρχισαν να παίρνουν τα κοσμήματα των γυναικών και να ξεχωρίζουν τα ωραιότερα κορίτσια.
Επειδή όμως οι χωρικοί αντιστάθησαν οι πειρατές άρχισαν άγριαν σφαγήν ανδρών γυναικών και παιδιών. Δεν εφείσθησαν ούτε γερόντων ούτε νηπίων. Θρήνοι και κοπετοί διέσχιζαν τον αέρα και φωνές σπαραξικάρδιες και κραυγές απελπισίας συνετάραζαν τους θόλους της εκκλησίας.
Όταν τέλος απέκαμαν από τη σφαγήν οι αιμοχαρείς κουρσάροι έβαλαν φωτιά και έκαψαν την εκκλησίαν. Τόσο δεν πολύ ήτο το αίμα το Χριστιανικόν που έρρευσε εκείνην την ημέρα ώστε όπως μου έλεγε μία γραία χωρική σαν ποτάμι εχύθηκε από το ρυάκι στην θάλασσα.
Δεν εχαλάσαν μόνο την εκκλησία αλλά και σε πολλά σπίτια έβαλαν δυναμίτες και τα εγκρήμνισαν αφού πρώτα τα εγιουμάτισαν
(τα ελεηλάτησαν).Από τότες εχάλασε το χωριό κι εχτίστηκε εκεί που βρίσκεται σήμερα.
Από τους κατοίκους του χωριού εγλύτωσε μόνον μία γυναίκα λεχώνα που δεν μπορούσε να μεταβεί στη θεία λειτουργία.
Έμεινε στο σπίτι της μαζί με τον σύζυγόν της και άμα ήκουσαν τους θρήνους των χριστιανών βγήκαν κρυφά από το σπίτι και πάνω σε ένα γαϊδούρι έφυγαν και εκρύφθησαν μέσα σε μία καλύβα έξω από το χωριό κοντά σε κάτι θάμνους .
Ο ήλιος είχε ανέβει ως ένα κονταρόξυλο ψηλά στον ουρανό πάνω από τα χωράφια και τον διψασμένο κάμπο οπότε οι ληστοπειρατές καταφορτωμένοι από τα λαφυραγωγήματα κατέβηκαν στην ακρογιαλιά στις βάρκες τους που τους επερίμεναν. Από εκεί διεπεραιώθησαν στο πλοίον των και αναχώρησαν στο κρησφύγετον των στις Απλοθήκες της Μικράς Ασίας για να μοιράσουν τα πλούσια λάφυρά των .
Παρόμοια παράδοσις σώζεται στη Σάλακο και λέγεται η ίδια σχεδόν ιστορία για την Παλιοκκλησία της έξω στη λίμνη.
Το ίδιο λένε και για την Παλιοκκλησία του χωρίου Μονόλιθος και σε άλλα χωριά από τα οποία φανερώνονται οι τακτικές επιδρομές των κουρσάρων στα χωριά μας.
Και αυτός είναι ο λόγος που πολλά χωριά της Ρόδου είναι χτισμένα μέσα σε λαγκαδιές και σε μέρη που να μην φαίνονται από τη θάλασσαν. Εκτός τούτου έκαναν οι χωρικοί βίγλες (σκοπιές) και μεροβίγλια από τα οποία παρετήρουν οι βιγλάτορες και όταν έβλεπαν κίνηση εχθρικού (πειρατικού) πλοίου ειδοποιούσαν τους κατοίκους και εκρύπτονταν στα δάση και στις σπηλιές των βουνών."}}
ΠΑΛΜΟΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ "ΡΟΔΙΑΚΗ" αρ. φύλλου 2952 /08/02/1961 του λαογράφου κ.ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΒΡΟΝΤΗ

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου