Οι ξένες οικογένειες που ζούσαν στο Θολό την δεκαετία του 1920
Οι ξένες οικογένειες που ζούσαν στο Θολό την δεκαετία του 1920
Το τουρκικό σπίτι του Χαμτή Μουσταφά συνεργάτη του Αγά, νοίκιασε ο Παναγιώτης Σταμπολλής όταν κατέβηκε από τα Απόλλωνα να δουλέψει εργάτης στα χωράφια του Αγά, με την γυναίκα του, τη Βαλσαμίνα και με τα παιδιά του Ηλία, Σταυρή, Παναγιώτη, Μαριάνθη, Κατερίνα και Ελένη. Τα παιδιά αυτά, όταν μεγάλωσαν, έφυγαν από το Θολό για την πόλη της Ρόδου για καλύτερο μέλλον και μόνο ο Ηλίας γεννημένος το 1904 έμεινε στο Θολό ήταν τσαγκάρης και καφεπώλης, νυμφεύθηκε την Αναστασία Χατζηιωάννου του Μιχαήλ και της Βογιατζή Ασημίνας γεννηθείσα το 1908 ο γάμος έγινε το 1936 και ήταν ο πρώτος γάμος, στον νεοανοικοδομημένο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Απέκτησαν την Ασημένη, τον Μιχάλη και τον Παναγιώτη.
Επίσης ζούσε και η οικογένεια του Συμιακού καπετάν-Κωσταντή Τσούκα-Κρητικού με τις ανύπαντρες νεαρές κόρες του, το Ρηνάκι και το Σεββαστάκι και το θετό γιο του Μανώλη. Η πρωτοκόρη του Αννίκα, όμορφη και αρχοντική, είχε παντρευτεί τον αδελφό του Σαββίγκου, τον Παναγιώτη, που ήταν επιστάτης του τσιφλικιού και είχε κάμει αρκετά καλή περιουσία. Πέθανε όμως πολύ νέος και η περιουσία του, μεγάλο κι αρχοντικό «δίπατο σπίτι», χωράφια, ένα κτίσμα εκεί που σήμερα βρίσκεται το πρατήριο υγρών καυσίμων του Κυρμιχάλη και αρκετά μετρητά, περάσανε στη γυναίκα του την Αννίκα, παρόλο που δεν είχαν αποκτήσει παιδί. Ο καπετάν-Κωσταντής με τη γυναίκα του τη Ζαφείρα, με τις άλλες δύο κόρες του το Ρινάκι και Σεββαστάκι και το γιο τους Μανώλη, ήλθαν κι εγκαταστάθηκαν στο Θολό, κοντά στην ακόμη πολύ νέα χηρεμένη κόρη τους Αννίκα.
Το Ρηνάκι, η κόρη του καπετάν-Κωσταντή, παντρεύτηκε τον Συμιακό Γεώργιο Οικονόμου και εγκαταστάθηκε στη Ρόδο. Ο γιος του Μανόλης Κρητικός γεννημένος το 1904 νυμφεύθηκε το 1927 τη Θολοενή Διακογιάννη Κατίνα (Καστανιά) του Σάββα και της Παπανικολάου Βαρβάρας γεννηθείσα το 1904 απέκτησαν την Γεωργία-Όλγα. Η τρίτη κόρη το Σεβαστάκι γεννηθείσα το 1908, παντρεύτηκε το 1930 το Θολοενό Μανόλη Τσαλώλη του Νικολάου και της Κάλλα Παρασκευής γεννημένο το 1902, απέκτησαν, τον Νικόλαο, τον Κωνσταντή και τον Παναγιώτη.
Ο καπετάν-Κωνσταντής γνώριζε τον Συμιακό Λεωνίδα Κυρμιχάλη που ήλθε και εγκαταστάθηκε σε σπιτάκι στη παραλία της Σορωνής και με μια βάρκα μετέφερε κηπευτικά στη Σύμη, ο οποίος είχε δύο γιους τον Ηλία παντρεμένο στη Σορωνή και τον Νικήτα τον οποίο προξένεψε στη κόρη του Άννίκα χήρα του Σαββίγκου Παναγιώτη.
Ο Νικήτας Κυρμιχάλης ήταν ιδιοκτήτης λεωφορείου που εκτελούσε δρομολόγια Ρόδο- Καλαβάρδα. Ο Νικήτας νυμφεύθηκε την Κρητικού Άννίκα απέκτησαν δύο κορίτσια την Δικαία που γεννήθηκε το 1922 και την Ζαφείρα που γεννήθηκε το1924 .Το γεγονός που συγκλόνισε την κοινωνία τότε του Θολού ήταν ο θάνατος αυτών των κοριτσιών, η Δικαία στα δεκαεφτά της χρόνια και μετά σαράντα μέρες, η Ζαφείρα στα δεκαπέντε από ανεξήγητη αιτία. Μετά από λίγα χρόνια η μάνα των κοριτσιών πέθανε από τον καημό της και ο πατέρας τους Νικήτας υιοθέτησε ένα από τους δύο γιους της κουνιάδας του τον Κωνσταντή, και βοήθησε στην αποκατάσταση της ανηψιάς του Μαρίας, κόρη επίσης της κουνιάδας του Ειρήνης Οικονόμου.
Για τους νέους και νέες του Θολού υπήρχε δυσκολία εξεύρεσης συντρόφου για γάμο, καθώς το χωριό ήταν μικρό και όλες οι οικογένειες σχεδόν συγγένευαν μεταξύ τους, ήταν πολύ δύσκολο να γίνονται ζευγάρια. Γι’ αυτό συχνά άντρες και γυναίκες από άλλα χωριά ή από την πόλη της Ρόδου παντρεύονταν με Θολοενούς ή Θολοενές. Εξάλλου οι Θολοενοί από πάντα είχαν καλή φήμη σαν άνθρωποι και με ευχαρίστηση κάποιος από άλλο χωριό ή νησί ή την πόλη της Ρόδου ερχόταν να ζήσει στο Θολό...
Μετά την αγορά και το μοίρασμα του τσιφλικιού οι Θολοενοί ρίχτηκαν κυριολεκτικά και μεταφορικά με τα μούτρα στη δουλειά, γιατί έπρεπε και τα νεοαποκτηθέντα κτήματά τους να καλλιεργήσουν και τη «ζήση» τους να οικονομήσουν και το χρέος να ξεπληρώσουν στο Σαββίγκο και σε όποιον άλλο χρωστούσαν. Είναι κατανοητό, από οικονομικής πλευράς η δεκαετία του 1920 για τους Θολοενούς άρχισε με πολλές δυσκολίες. ‘Όμως με σκληρή δουλειά, με πολλές στερήσεις, με μεγάλη νοικοκυροσύνη και με πολλές οικονομίες στο τέλος τα κατάφεραν. Πολλές χρονιές πέρασαν Χριστούγεννα, Πάσχα και μεγάλες γιορτές και οι πιο πολλές οικογένειες δεν είχαν την οικονομική άνεση να αγοράσουν ούτε καινούρια ρούχα ούτε παπούτσια στα παιδιά τους καθώς και στον εαυτό τους. Όμως αυτό σχεδόν δε γινόταν αντιληπτό, γιατί οι Θολοενές ήταν τόσο νοικοκυρές και «μορφοδούλες», τίποτα για αυτές δεν ήταν αδιαφόρετο, απλώς άλλαζε χρήση και το παλιό το έκαναν καινούριο με τα προκομμένα τους χέρια και την έμφυτη καλαισθησία τους. Γι’ αυτό και η ζωή τους δεν ήταν ποτέ θλιβερή και μίζερη εξαιτίας της φτώχειας, που την αντιμετώπιζαν με μεγάλη υπομονή και καρτερία.
Θλίβονται όμως, όταν η ιταλική κυριαρχία εδραιώνεται όλο και περισσότερο στα νησιά και πιο πολύ το 1922 δοκιμάζουν μεγάλο ψυχικό πόνο και απογοήτευση με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα όνειρα που στήριξαν στις πρώτες επιτυχίες του Βενιζέλου για τη Λευτεριά της Δωδεκανήσου, τα βλέπουν να γκρεμίζονται.
Με τα κύματα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, που ξεχύνονται προς την κυρίως Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, φτάνουν και στη Ρόδο, σε πόλη και χωριά, αρκετοί πρόσφυγες. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922 ήλθε στο Θολό και εγκαθίσταται ο Νικόλας Καρυδιώτης με την οικογενεια του και ανοιξε καφενείο. Ο πατέρας του Νικόλα, ήταν Θολοενός.Ο Σταμάτη Γεώργιος του Σταμάτη και της Χριστοδούλου Μαρίας γεννημένος το 1847 που νυμφεύθηκε την Αυγερινού Βαρβάρα του Γεωργίου και της Λαμπριανού Μαρίας γεννηθείσα το 1850 και έφυγαν μετανάστες στην Μικρά Ασία εκεί εγκαταστάθηκαν έξω από την Σμύρνη σε χωριό που λεγόταν Καρυδιά απο την μεγάλη παραγωγή καρυδιάς. Έτσι από Σταμάτη μετονομάσθηκε σε Καρυδιώτης. Εκεί γεννήθηκε το 1872 Νικόλας ο οποίος το 1910 νυμφεύθηκε την Αναγνώστου Στέλλα του Θωμά και της Μαριέττας και ηταν μοδίστρα απέκτησαν την Μαρίτσα, τον Γιώργο, τον Βύρωνα και τον Χρύσο. Το 1925 η οικογένεια μετακόμισε στη Ρόδο . Με την κήρυξη του πολέμου ο Γεώργιος Καρυδιώτης έφυγε στη Μέση Ανατολή και κατετάγη στο Ναυτικό, ήτο πλήρωμα του θρυλικού αντιτορπιλικού “Αδριάς» που η πλώρη του κόπηκε με νάρκη και μισό όπως ήταν έφτασε στην Αλεξάνδρεια όπου επισκευάσθηκε και ξαναμπήκε στην ενεργό δράση. Το πλήρωμά του μαζί και ο Γιώργος Καρυδιώτης παρασημοφορήθηκαν από τον βασιλέα Γεώργιο της Αγγλίας
| Η Μαρρούλη κρατώντας τον εγγονό της ανάμεσα στο μοναχογιό της Αγαπητό και την νύφη της Μαρίκα. |
Επίσης από τη Μικρά Ασία έφτασε και ο Νικόλαος Βελιάδης του Αγαπητού και της Αχλαδιώτη Δέσποινας γεννημένος το 1899 οικοδόμος, το 1927 νυμφεύθηκε την Στρατή Μαρία του Αντωνίου και της Διακονικόλα Μιράντας από την Σορωνή, γεννηθείσα 1896( το Μαρούλλι της Ζαπούνενας), απέκτησαν τον Αγαπητό.
Το Μαρούλι χήρεψε νωρίς, αλλά η άσκηση στο επάγγελμα της πρακτικής μαίας την βοήθησε να επιβιώσει και να μεγαλώσει τον μοναχογιό της Αγαπητό.
Σ’ αυτές τις δύσκολες για το Ελληνικό ‘Έθνος στιγμές, η μόνη σκέψη που παρηγορεί τους Θολοενούς είναι πως επιτέλους έφυγαν από πάνω τους οι Τούρκοι αφεντάδες και τα κτήματα, τα οποία τώρα καλλιεργούν, είναι δικά τους
Βιβλιογραφία:
1."ΘΟΛΟΣ'Μαρία Καραγιάννη Μαρμαροκόπου.
2.Βασιλείου Ν. Παπανικολάου «Ιστορίες σπιτιών και ανθρώπων του χωριού Θεολόγου ( θολού), Ρόδου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου